Τετάρτη, Δεκέμβριος 16, 2009

- ΧΙΙ - (ανεπίδοτο)

ένα σεντόνι σκεπάζει τον κόσμο
όλοι γυμνοί
στο ίδιο κρεβάτι αγγιζόμαστε φανερά ο ένας με τον
άλλον
κρυφά κοιταζόμαστε
έτσι αόρατοι
ανοίγουμε τρύπες διαφυγής ξηλώνοντας το ύφασμα
πότε χωρά το δάχτυλό μας μοναχά
άλλοτε ολόκληρος ο κόσμος ξεφεύγει και μένουμε από κάτω
μονάχοι μας
Όταν ξεφεύγω απ' τις τρύπες των άλλων
ανακαλύπτω έναν ξύλινο ορίζοντα στην άκρη του κρεβατιού και
προσπαθώ να τον πάρω μαζί μου για κείνον
που έμεινε από κάτω
Θα πρέπει να κοιταχτούμε φανερά για να τον
παραδώσω

Δευτέρα, Δεκέμβριος 07, 2009

καρτέρι

άκουσα
τα βήματα τ' ανέμου στο χορτάρι
κι ήθελα να βρω τ' αχνάρια του
Σκύλος μαζί κι αφεντικό χώνω τη μουσούδα μου στης γης
τους λαγόνες και τινάζω
το σβέρκο μου στους ουρανούς
γαβγίζοντας τον αναπάντεχο θρίαμβο στ' αφτιά της
σκανδάλης
Ποιος αδειάζει τις ριπές στις πλάτες της
πολιτείας;
Οι πληγές χορταριάζουν στους τοίχους κι οι
ένοικοι του κόσμου
εκεί επάνω
γυρεύουν απαντήσεις στα σινιάλα των αέρηδων
Τώρα γαβγίζω μπροστά τους
για τους ανέμους που ξεγλιστρούν απ' τα χέρια τους
Τα μάτια μας
μοιράζονται τις διάτρητες τύψεις μας

Παρασκευή, Δεκέμβριος 04, 2009

πείσμα




Πεισμώνω
αγκαλιάζοντας την άπειρη του παράθυρου εικόνα
Πιο πολύ για 'κείνα που δε βλέπω κι όμως
μέσα μου δήθεν αθάνατα
ισορροπούν στο τεντωμένο σκοινί μιας φαιδρής παράστασης
για να φουντώνουν το πείσμα μου
Και για 'κεινα που δεν ακούω
Ήχοι που σέρνονται στα χορτάρια με δηλητήριο
στο στόμα
Φτηνό αντίδοτο που κυλά στο αίμα μου
ερήμην
Πεισμώνω
Αυτή η αγκαλιά μου
αφήνει ένα υγρό αποτύπωμα ζωής στο τζάμι
κι η κορεσμένη από πείσμα ατμόσφαιρα που με πνίγει ούτε καν
να το ραγίσει δε μπορεί.

Πέμπτη, Νοέμβριος 26, 2009

Αναρρίχηση


Λίγα
πολύ λίγα στην απεραντοσύνη τους τα βουνά που
μας χωρίζουν απ' τις ζωές που θα θέλαμε
να ζούμε
Πιο απροσπέλαστο το καφενεδάκι στη γωνιά
που δεν μπήκες ποτέ
γιατί στο ταβάνι του
αστέρια παίζουν κρυφτό με τον καπνό που θολώνει τα βλέμματα των
θαμώνων
Ο παράδεισός σου
σ' εκείνον τον υπόνομο που κάθε πρωί κλοτσάς τους ύπνους σου
για να ακούσεις τον παφλασμό στα βρομόνερα που θα σε ξυπνήσει

Μη μιλάς για τα βουνά

Ανάρριχτες Κυριακές στους ώμους σου στάζουν δάκρυ στην
πλάτη της βδομάδας
Αυτό που γυαλίζει στην κορυφή του βουνού είναι ο μυστικός καταρράκτης
που ποτίζει
την άρνηση που σκαλίζει τη ράχη σου
Το μωρό που κουβαλάς
ακόμα κι όταν σκύβεις να φιλήσεις το χώμα δε μπορεί να δει τα βουνά που
επικαλείσαι

Η δική σου η σκιά το νανουρίζει κι εσύ μιλάς ακόμη για
βουνά

Τρίτη, Νοέμβριος 17, 2009

Ανταρκτική

Στ' αφτιά μικρου παιδιού
λέξεις παγωμένες σε καταψύκτες ονείρων
Με δάκρυα ζεσταίνονται
Το κεφάλι μου χωράει στην πόρτα του Νότιου πόλου
τα χέρια μου ματώνουν στις κοφτερές του κλειδαρότρυπες
τα δυο ποδάρια μου
ισορροπούν σε ασφαλείς παραλλήλους

Τριγυρίζω στον ομφαλό της πόλης
και βρίσκω ουρές μεταναστών
"Ήμουν παιδί κάποτε" εκλιπαρώ για το εισητήριο που
δικαιούμαι
Δεν ακούω τα λόγια των άλλων μήτε βλέπω
τα χιόνια στα μαλλιά τους
τις πληγές στα χέρια τους
Ανώνυμο δάκρυ
ζεσταίνει την ξυπολυσιά μας

αδέρφια ήμασταν στις πατρίδες που χάσαμε

Τρίτη, Νοέμβριος 10, 2009

ιχνογραφία

Ίχνη νερού στων ημερών το ανάμεσα
Ας δίψασα
Δεν κοίταξα ποτέ μου απ' της νύχτας την
κλειδαρότρυπα
Κάπου εκεί χορεύουν οι βροχές στους τσίγγους των
παραγκένιων ονείρων μου
Κάπου εκεί μαλώνω με τα παιδικάτα μου και βγαίνω
νικητής
μα δε θέλω να βλέπω
δε θέλω να ξέρω
Κουλουριάζομαι στην αμφιβολία μου και φυτρώνω το βλαστό μου
σε αυτοσχέδια ταβάνια
για να χω κάτι από πάνω μου

Τις πιο βέβαιες υπάρξεις ιχνογραφώ σε λευκές φαντασίες που
με τα χέρια τους φτάνουν να κρεμαστούν στον ουρανό
σα ρούχα πλυμμένα που φουσκώνουν με ανέμους τα χορτάτα τους μάγουλα
Λέξεις άλλοτε σκαρφαλωμένες στη ράχη του Γαρμπή
άλλοτε ξέστρατες μα κρεμασμένες στ' αφτιά μου και
δεν έμαθα να τις ακολουθώ
Κάτι νύχτες μονάχα που κοιτάζομαι στον καθρέφτη
αδρανείς μαρμαρυγές
μου υπενθυμίζουν πως ότι ίχνος αφήνω
έγινε σε πυρωμένα πεδία
Βάζω τη δίψα στην τσέπη
και κυνηγώ τα κερένια μου βήματα
σε εμπύρετους δρόμους

Τετάρτη, Οκτώβριος 14, 2009

σημάδια

πίσω από τους καλαμιώνες
μια φωτιά καπνίζει τα σωθικά μου
του Οκτώβρη το τσουκάλι
ξεπλένει τον ήλιο απ' τις πέτρες του Αυγούστου
στις αυλές των ερώτων πέφτουν τα φύλλα απ'τα μαλλιά μου
Βάζω σημάδια στο χώμα και
περιμένω τις βροχές να τα σβήσουν
Οι καπνοί απ' τα τζάκια ενώνουν τα χέρια τους
δυο γειτονιές συνορεύουν με τον ουρανό
Σκυλιά χώνουν τις μουσούδες τους στα καλάμια ανάμεσα και
μαρτυρούν των ανθρώπων τα φθινόπωρα
γαβγίζοντας στα σύννεφα να κάνουν πιο γρήγορα

Τα σβησμένα αχνάρια κυλούν προς τη θάλασσα
κοιτάζω ψηλά
και μυρίζομαι την εποχή που ανασαίνει στην πόρτα μου